Αἰήτη

Αἰήτης
masc voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἰήτῃ — Αἰήτης masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰήτηι — Αἰήτῃ , Αἰήτης masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μήδεϊα — I Ηρωίδα της ελληνικής μυθολογίας, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, αδελφού της Κίρκης και της Πασιφάης, και της Ωκεανίδας Ιδυίας. Σύμφωνα με κάποια άλλη παράδοση, μητέρα της ήταν η θεά Εκάτη και αδελφή της η Κίρκη. Η Μ., ήδη από τον Πίνδαρο …   Dictionary of Greek

  • Κόρινθος — Πόλη (υψόμ. 10 μ., 29.787 κάτ.) και πρωτεύουσα του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται στον μυχό του Κορινθιακού κόλπου, στην εθνική οδό Αθηνών Πατρών, σε απόσταση 84 χλμ. από την Αθήνα. Αποτελεί έδρα του δήμου Κορινθίων. Ιδρύθηκε το 1858, όταν… …   Dictionary of Greek

  • Άψυρτος — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, ετεροθαλής αδελφός της Μήδειας, που τον πήρε μαζί της, όταν έφυγε με τον Ιάσονα, και τον διαμέλισε, ρίχνοντας τα κομμάτια του ένα ένα, για να καθυστερήσει μαζεύοντάς τα ο πατέρας της, που… …   Dictionary of Greek

  • Χαλκιόπη — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, την οποία παντρεύτηκε ο Φρίξος και απέκτησαν 4 γιους, τον Άργο, τον Μέλανα, τον Φρόντιδα και τον Κυτίσωρο. Σύμφωνα με μια παράδοση τους έστειλε η μητέρα τους, κρυφά από τον… …   Dictionary of Greek

  • Caietae Portus — (mod. Gaeta), an ancient harbour of Latium adiectum, Italy, in the territory of Formiae, from which it is convert|5|mi|km south west. The name (originally Αἰήτη ) is generally derived from the nurse of Aeneas.The harbour, owing to its fine… …   Wikipedia

  • Πέρσης — Όνομα μυθολογικών και ιστορικών προσώπων. 1. Γιος του τιτάνα Κρείου και της Ευρύβιας. Ήταν πατέρας της Εκάτης από την Αστερία, την αδελφή της Λητούς. Το προελληνικό αυτό όνομα σχετίζεται με θεότητες του κάτω κόσμου, για παράδειγμα, Περσεφόνη,… …   Dictionary of Greek

  • αία — Ομηρική λέξη που σημαίνει γη, χώρα, πατρίδα, αλλά αποτέλεσε και τοπωνύμιο κατά την αρχαιότητα. 1. Μυθική χώρα πέρα από τον Εύξεινο Πόντο, που χώριζε το βορειοανατολικό τμήμα της Ευρώπης από το βορειοδυτικό τμήμα της Ασίας. Η μυθική Α. ήταν κράτος …   Dictionary of Greek

  • αιγιαλεύς — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Βασιλιάς της Σικυώνας, ο πρώτος αυτόχθων Έλληνας βασιλιάς. Έζησε γύρω στο 1700 π.Χ. Ο γιος του –ή γιος του αδελφού του Φορωνέα, βασιλιά του Άργους– Εύρως, υπήρξε παππούς του Άπη, που υπέταξε ολόκληρη την Πελοπόννησο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.